Έχει παρατηρηθεί πως, όπως σε όλα τα επαγγέλματα, έτσι και στον χώρο της ψυχικής υγείας, υπάρχουν αρκετοί ειδικοί οι οποίοι δυστυχώς είτε δεν έχουν εκπαιδευτεί σωστά, είτε οι προσωπικές τους πεποιθήσεις, τους εμποδίζουν να αποδεχτούν τους θεραπευόμενους. Μάλιστα, υπάρχουν έρευνες που δείχνουν πως όσοι είναι έντονα θρησκευόμενοι έχουν ακόμα μεγαλύτερη δυσκολία στο να ακούσουν σεξουαλικές δραστηριότητες που βρίσκονται έξω από τα κοινωνικά στερεότυπα.

Ένα απλό παράδειγμα είναι πως ενώ ανάμεσα μας πολλοί απολαμβάνουν το γνωστό BDSM, υπάρχει τόσο μεγάλο στίγμα που ενώ αυτές οι δραστηριότητες δεν συνδέονται συνήθως με ψυχοπαθολογία, η κοινωνία και δυστυχώς και οι ψυχολόγοι τους κάνουν να αισθάνονται μη φυσιολογικοί. Πολλοί ντρεπόμαστε για σκέψεις μας και δυσκολευόμαστε να τις μοιραστούμε με τον σύντροφο μας. Εάν δεν μπορούμε να τις μοιραστούμε και με τον ψυχοθεραπευτή μας τότε θα τις καταπιέσουμε και ίσως σπρώξουμε στο ασυνείδητο.

Θυμάμαι ένας πελάτης μου, έχοντας έρθει τραυματισμένος από άλλον ψυχοθεραπευτή, μου είπε το εξής:

«Όσο μιλούσα για το πόσο μου αρέσει να είμαι υποτακτικός και ότι μου αρέσει η ποδολαγνεία, τόσο περισσότερο αισθανόμουν ότι με κοίταγε περίεργα ο ψυχολόγος μου. Μ’ έκανε να αισθάνομαι περίεργος, ότι κάποιο πολύ σοβαρό θέμα έχω το οποίο θα το λύσουμε μαζί, όπως μου είπε. Ενώ δεν είχα πάει καν για αυτόν τον λόγο θεώρησε πως τελικά έχω πολύ σοβαρότερο θέμα απ’ ό,τι νόμιζα».

Υπάρχουν θεραπευτές που δεν καταλαβαίνουν πολλές από τις ορολογίες για το τι συμβαίνει στη σεξουαλική ζωή και μεγάλο μέρος της συνεδρίας σπαταλιέται στο να εξηγεί ο θεραπευμένος λεπτομέρειες και διαδικασίες.

Το χειρότερο είναι πως ακόμα και από τη γλώσσα του σώματος πολλοί ψυχολόγοι προδίδουν τόσο το σοκ, όσο και την αηδία ή την αποστροφή που νιώθουν για μερικά από αυτά που τους περιγράφει ο θεραπευόμενος. Παράλληλα, προβάλλουν τα προσωπικά τους συναισθήματα και σκέψεις στον ασθενή κάνοντάς τον να αισθανθεί ακόμα χειρότερα, ή και να μετανιώσει που μοιράστηκε αυτές τις προσωπικές πτυχές της ζωής του.

Η ουδέτερη στάση που επιλέγουν να κρατούν κάποιοι ψυχολόγοι, δεν είναι αρκετή για να για να νιώσει κάποιος αποδεκτός. Για να μοιραστεί κάποιος, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια ήδη. Πόσο  μάλλον για να εξηγήσει λεπτομερώς σ’ έναν άπειρο, σε αυτά τα θέματα, ψυχοθεραπευτή που ακόμα κι αν θεωρείται όχι τόσο επικριτικός, δεν έχει την  κατάλληλη ερωτική νοημοσύνη. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει μεγάλη δυσφορία και φυσικά δε βοηθάει καθόλου την θεραπευτική σχέση και δεν ενδυναμώνει καθόλου το δεσμό που είναι ίσως το πιο σημαντικό συστατικό μεταξύ του ψυχοθεραπευτή και του θεραπευόμενου.

Ένα απλό παράδειγμα είναι ο μαζοχισμός όπου κάποιο άτομο δέχεται να χάσει τελείως τον έλεγχο και να αισθανθεί ακόμα και σκλάβος μέσω της υποτίμησης. Οι έρευνες ξεκάθαρα έχουν εντοπίσει πως οι άνθρωποι που τους αρέσει ο μαζοχισμός είναι σε ανώτερη κοινωνικοοικονομική κλίμακα, συνήθως λευκοί και με θέσεις εξουσίας. Για αυτούς, πολλές φορές ο μαζοχισμός είναι μία εκτόνωση και μία απόδραση από την πραγματικότητα. Προσπαθώντας να διατηρήσουν τον έλεγχο και να ανταποκριθούν σε όλες αυτές τις προσδοκίες χρειάζονται διέξοδο, κάτι που το σεξ παρέχει με πολλούς τρόπους.

Το 21% σε πάνω από 2.000 συμμετέχοντες, σε μία έρευνα που διεξήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2015, είχε συμπεριλάβει bondage (δέσιμο του σώματος με σκοινιά), και το 31,9 % to spanking, τα οποία βρίσκονται σε αυτή την ομπρέλα του BDSM.

Σε κάποιους το το λεγόμενο “cuckolding”, όπου ο άντρας παρακολουθεί την σύντροφο του να κάνει σεξ με άλλους άντρες, χωρίς σε εκείνον να επιτρέπεται η συμμετοχή μπορεί ακούγεται αδιανόητο, όμως σε κάποιους προσφέρει απόλαυση.

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι οι σεξουαλικές συμπεριφορές πλέον δεν χωρίζονται σε φυσιολογικές και μη φυσιολογικές. Αν εξαιρέσουμε τις παραφιλίες, που βάζουν σε κίνδυνο τον εαυτό μας ή άλλους ανθρώπους, όλες οι υπόλοιπες συμπεριφορές που γίνονται με συναινετικό τρόπο δεν πρέπει να δέχονται την παραμικρή κριτική. Οι θεραπευτές δεν πρέπει να υποθέτουν αυτόματα ότι υπάρχει τραύμα ή κάποια μορφή ψυχοπαθολογίας. Αντιθέτως, κάποιες ασυνήθιστες εμπειρίες οι οποίες μπορεί να ακούγονται ακραίες βοηθούν πολύ την συναισθηματική αποσυμπίεση, την επούλωση, την προσωπική ανάπτυξη και την ενδυνάμωση της προσωπικότητας.

Η σεξουαλικότητά μας έχει μεγάλη σχέση με το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας, την ταυτότητα μας και μόνο εμείς μπορούμε να ορίσουμε τι επιθυμούμε. Για να αυτοπροσδιοριστούμε και αυτοκαθοριστουμε πρέπει να νιώθουμε καλά με την σεξουαλικότητά μας.

Σε γενικές γραμμές, ένας καλός ψυχοθεραπευτής μας αποδέχεται άνευ όρων και δεν είναι εκεί για να μας κρίνει, αλλά για να μας δώσει και άλλες οπτικές στο πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τις προκλήσεις της ζωής. Δεν έχει κανένα δικαίωμα να μας μεταφέρει τις δικές του πεποιθήσεις και αν θεωρεί πως δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτό το ρόλο οφείλει να μας παραπέμψει σε έναν πιο καταρτισμένο και πιο ανοιχτόμυαλό ψυχοθεραπευτή. Σε τελική ανάλυση, πάντα όμως τον τελικό λόγο τον έχουμε εμείς και θέλει μεγάλη προσοχή στο πώς θα επιλέξουμε τον άνθρωπο που θα μοιραστούμε τις πιο προσωπικές μας σκέψεις και εμπειρίες. Αυτή η σχέση θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας, γι’ αυτό θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να μην νιώθουμε τύψεις εάν πρέπει να αλλάξουμε τον ψυχοθεραπευτή μας.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Znews.gr